Ένα χρόνο μετά την εφαρμογή του Μνημονίου, οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. «Κραχ» ανεργίας, ελαστική απασχόληση, διάλυση του κοινωνικού κράτους, φτωχοποίηση των εργαζομένων. Εξάλλου κανείς δεν περιμένει τις δημοσκοπικές έρευνες για να καταλάβει το «κλίμα»: απόρριψη της κυβερνητικής πολιτικής και διάχυτη απαισιοδοξία για το μέλλον, καθώς, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες προβολής εναλλακτικής άποψης, η πλειονότητα της κοινωνίας φαίνεται εγκλωβισμένη στην κυρίαρχη πολιτική (που απορρίπτει) αδυνατώντας να βρει διέξοδο. Δεν είναι τυχαίο ότι η συνηθέστερη κριτική στην αριστερά είναι «καλά τα λέτε, αλλά αυτά δεν γίνονται».

Η ιστορία, όμως, όπως πολλές φορές έχει ειπωθεί και ακόμη περισσότερες έχει η ίδια αποδείξει, δεν σταματά ποτέ. Μια φράση που, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά γύρω του, θα δει και πάλι να επιβεβαιώνεται. Στις πλέον σκληρές συνθήκες για τους εργαζόμενους και τη νεολαία, νέες μορφές δράσης και αντίστασης ξεπηδούν σχεδόν σε κάθε γειτονιά. Σε κάθε εξαγγελία νέων μέτρων φαίνεται πως ένα νέο ανταλλακτικό παζάρι, ένα νέο κάλεσμα σε συλλογικές κουζίνες, ένα νέο κοινωνικό στέκι «γεννιέται» επιδρώντας πολλαπλώς τόσο καλύπτοντας πρακτικές ανάγκες όσο, κυρίως, σπάζοντας τον απομονωτισμό, τη μελαγχολία και απαισιοδοξία που «ευνοεί» η κρίση.

Επιπλέον η διάλυση της δημόσιας υγείας δεν είναι το μόνο «νέο» για γιατρούς και ασθενείς. Κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία λειτουργούν σε πολλές πόλεις κυρίως της περιφέρειας προσφέροντας πολύτιμες βοήθειες σε ολοένα και περισσότερους αποκλεισμένους από τις «επίσημες» δομές. Αντίστοιχη η εικόνα στην Παιδεία: τοπικές ΕΛΜΕ αλλά και ομάδες δασκάλων και καθηγητών οργανώνουν εθελοντική ενισχυτική διδασκαλία.

Μαζί με τις “από τα κάτω» πρωτοβουλίες, μια -όχι και τόσο νέα παγκοσμίως- συζήτηση ανοίγει και στην Ελλάδα. Η προβληματική της Κοινωνικής Οικονομίας, που εξόχως προβληματικά άνοιξε και το υπουργείο Εργασίας με το σχέδιο νόμου που έχει καταθέσει (βλ. κριτική στο σχέδιο νόμου: «Η κοινωνική οικονομία στην Ελλάδα και το πρόσφατο σχετικό νομοσχέδιο», Π. Παπαδόπουλος, «Ενθέματα», 26 Μαρτίου 2011, και «Κοινωνική οικονομία της αλληλεγγύης ή της αγοράς» Τ. Νικολόπουλος και Δημ. Καπογιάννης, «Ενθέματα», 3 Απριλίου 2011), είναι πεδίο για θεωρητική επεξεργασία και πειραματισμό.

Το περασμένο Σάββατο το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς» διοργάνωσε μια, ας επιτραπεί η «αξιολόγηση», από τις πιο ενδιαφέρουσες ημερίδες με θέμα ακριβώς: «Πρακτικές Αλληλεγγύης και Κοινωνική Οικονομία». Θεωρητικές προσεγγίσεις αλλά και παραδείγματα αλληλεγγύης στη χώρα μας και διεθνώς αναδείχτηκαν φανερώνοντας τελικά το -όχι και τόσο- νέο πεδίο παρέμβασης για την αριστερά.

Θα μπορούσε κανείς να πει πως, όταν τα περισσότερα αριστερά πολιτικά υποκείμενα κάνουν λόγο για την ανάγκη ενός «νέου ΕΑΜ», η συγκροτημένη παρέμβαση στο πεδίο της αλληλεγγύης είναι η καλύτερη υλοποίηση του συνθήματος.

Παραδείγματα αλληλεγγύης και μορφές κοινωνικής οικονομίας

Παρουσιάζουμε ορισμένα σημεία της ημερίδας, σκέψεις των εισηγητών και παραδείγματα πρακτικών. Το Εθελοντικό Ιατρείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ρεθύμνου, το οποίο έπειτα από δύο χρόνια λειτουργίας μετρά πάνω από δύο χιλιάδες επισκέψεις, όπως το παρουσίασε ο Ανδρέας Ξανθός, γιατρός και εθελοντής. Το εγχείρημα του Εναλλακτικού Πολιτιστικού Εργαστηρίου Κέρκυρας στο οποίο εμπλέκονται, περισσότερο ή λιγότερο, 600 άνθρωποι σε μια πόλη 8 χιλιάδων κατοίκων, που παρουσίασε ο Λάμπρος Ντούσικος, μέλος του Εργαστηρίου.

Επίσης το παράδειγμα των Κοινωνικών Συνεταιρισμών Περιορισμένη Ευθύνης (Κοι.ΣΠΕ), της πρώτης θεσμοθετημένης μορφής κοινωνικής επιχειρηματικότητας στη χώρα -από την εισήγηση του Πάνου Παπαδόπουλου, νομικού, εργαζόμενου στο πρόγραμμα «Ψυχαργώς».

 Οι «παγίδες» της φιλανθρωπίας και της αγοράς

Τις δραματικές συνέπειες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στην υγεία τόνισε ο Θοδωρής Ζδούκος, γιατρός, μέλος κινήσεων αλληλεγγύης στη Θεσσαλονίκη, εξηγώντας ότι η δημιουργία κοινωνικών ιατρείων απαντά σε ένα εκρηκτικό κοινωνικό πρόβλημα, αλλά δεν πρέπει να διαχωρίζεται από την πολιτική πάλη.

Ξεκίνησε την εισήγησή του άλλωστε περιγράφοντας τις επιπτώσεις της νομοθετικής «απορρύθμισης» Λοβέρδου, κάνοντας φανερό τι σημαίνουν οι πρακτικές αλληλεγγύης από τη σκοπιά της αριστεράς: προσφορά, δημιουργία εναλλακτικών προς το κυρίαρχο μοντέλων που κινούνται με βάση την αλληλεγγύη κι όχι το κέρδος και ταυτόχρονα κομμάτι του ευρύτερου αγώνα ενάντια στην πολιτική του Μνημονίου, στον νεοφιλελευθερισμό.

«Η Αριστερά καλείται να πρωταγωνιστήσει στο αναπτυσσόμενο πεδίο της κοινωνικής οικονομίας για να αποτρέψει την επικράτηση σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο της νεοφιλελεύθερης εκδοχής της» επεσήμανε ο Γ. Ευσταθόπουλος, επιστημονικός συνεργάτης της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, λέγοντας ότι η κοινωνική οικονομία δεν πρέπει να γίνει το υποκατάστατο της διάλυσης του κοινωνικού κράτους. Πρότεινε έτσι η αριστερά να προχωρήσει σε καταγραφή και αξιολόγηση των μορφών κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα, σε σύναψη επαφών με φορείς που εντάσσονται στη λογική της «αλληλέγγυας οικονομίας», δημιουργία σχέσεων με ερευνητικούς οργανισμούς και φορείς εκπροσώπησης καθώς και να ενισχύσει τις προγραμματικές της θέσεις.

 Οι «δύο δρόμοι» του «δίκαιου εμπορίου»

Ενδεικτική του προβληματισμού που ακολουθεί την έννοια της κοινωνικής οικονομίας ήταν επίσης η εισήγηση του Η. Ζιώγα, μέλους των συνεταιρισμών για την αλληλέγγυα οικονομία «Ο Σπόρος» και «Συν-άλλοις», που, με αιχμή τον τομέα του «δίκαιου εμπορίου», ανέδειξε τις διαφορετικές οπτικές και στοχεύσεις.

Παρουσιάζοντας, σχηματικά, τους δύο δρόμους που ακολουθούνται παγκοσμίως, υποστήριξε ότι ο «παραδοσιακός και κυρίαρχος» δρόμος αφορά την αντιμετώπιση της φτώχειας στον Τρίτο Κόσμο, ενώ ο δεύτερος, που σχηματοποιείται ως «σφαιρικός και εναλλακτικός» (στον οποίο προτιμάται η ονομασία «αλληλέγγυο» ή «εναλλακτικό» εμπόριο), αφορά τη δομική αλλαγή των άνισων σχέσεων παγκόσμιου Βορρά – Νότου. Και συνέχισε:

«Αντίστοιχα, εύκολα εντοπίζονται οι διαφοροποιήσεις και στα υπόλοιπα χαρακτηριστικά. Ο πρώτος δρόμος εμφορείται από ηθικούς προβληματισμούς για την ανθρώπινη τραγωδία στον Τρίτο Κόσμο, ενώ ο δεύτερος κινητοποιείται από πολιτικά κίνητρα και χρησιμοποιεί το αλληλέγγυο εμπόριο ως μέσο έμπρακτης πάλης για την αλλαγή των παγκόσμιων συσχετισμών.

Στη μία περίπτωση επιδιώκεται πάση θυσία η αύξηση της κλίμακας (ποσοτικό κριτήριο) εις βάρος της συμμετοχικής μορφής της εσωτερικής οργάνωσης και η άνευ όρων διασύνδεση με το κράτος ως αρωγό και χρηματοδότη, ενώ στην άλλη κυριαρχούν πρωτίστως τα ποιοτικά κριτήρια όσον αφορά τις σχέσεις που αναπτύσσονται και την πολιτική αυτονομία του μηνύματος».

Ενδεικτικό είναι ότι «ο παραδοσιακός και κυρίαρχος δρόμος του δίκαιου εμπορίου έχει καλωσορίσει την τελευταία δεκαετία ως παίκτες στον τομέα τεράστιες πολυεθνικές, όπως η Nestle και η Starbucks, οι οποίες, πιστοποιώντας μια μικρή σειρά των προϊόντων τους με τη ‘δίκαιη σφραγίδα’ εξασφαλίζουν πρόσβαση σε δωρεάν ηθικό μάρκετινγκ και αυξημένα περιθώρια κέρδους», (…) «παρόλο που κατά τα άλλα συνεχίζουν ανενόχλητοι τις δομικά άνισες και εκμεταλλευτικές σχέσεις με τους παραγωγούς του Νότου».

«Αντίθετα, ο ‘σφαιρικός και εναλλακτικός’ δρόμος υιοθετεί έναν πολυθεματικό λόγο, συνδέοντας την πρακτική της αλληλέγγυας εμπορίας με μια σειρά άλλων θεματικών, όπως η διατροφική κυριαρχία, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΠΟΕ, η διάδοση του λόγου των κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων του Νότου κ.λπ.».

Εξάλλου «επιδιώκει τη συμμετοχή των πολιτών όχι ως μια πράξη κατανάλωσης, αλλά ως μια πολιτική επιλογή ενεργούς στήριξης εναλλακτικών αλληλέγγυων δομών».

πηγή: Δ. Σφέτσα / ΑΥΓΗ 

δείτε επίσης: βίντεο από την ημερίδα του Ινστιτούτου με θέμα «Πρακτικές αλληλεγγύης και κοινωνική οικονομία»

Advertisements